ΛΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΕΣ

ΛΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΕΣ
Το εθνογλωσσικό μωσαϊκό της Ευρώπης

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Οθωμανική Μακεδονία: 1. Γεωγραφία και Οικονομία


Του Μάριου Νοβακόπουλου

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ έχει έκταση 67.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.  Γεωγραφικά, ορίζεται βόρεια από τα βουνά της Βαβούνας, του Μεσαπίου και του Όρβηλου, από όπου ξεκινά η Παλαιά Σερβία, ανατολικά από τον ποταμό Νέστο που τη χωρίζει από τη Θράκη, δυτικά από την Πίνδο και τη λίμνη Αχρίδα, ενώ νότια βρέχεται από το Αιγαίο πέλαγος.
Χωρίζεται σε τρεις κυρίως μεγάλες ενότητες, ανάλογα με τη θέση της και τη σημερινή ιδιοκτησία των περιοχών αυτών.  Η νότια-ελληνική Μακεδονία είναι η Μακεδονία του Αιγαίου, η βόρεια-γιουγκοσλαβική είναι η Μακεδονία του Βαρδάρη και η βορειοανατολική-βουλγαρική είναι η Μακεδονία του Πιρίν.

Είναι χώρα κυρίως ορεινή, με σημαντικότερα βουνά το Πάικο, το Βέρνο, τον Όλυμπο, το Χολομώντα, το Φαλακρό, το Βόρα, το Βέρμιο, το Ρίλο, τον Όρβηλο κ.α.  Η Μακεδονία είναι σπαρμένη με πολλές λίμνες (Κερκίνη, Δοϊράνη, Καστοριάς, Βεγορίτιδα, Βόλβη, Κορώνεια, Πρέσπες, Αχρίδας κ.α.) και διαρρέεται από μεγάλους ποταμούς, με κυριότερους το Νέστο, το Στρυμόνα, τον Αξιό (Βαρδάρη), τον Αλιάκμονα κ.α.  Το ορεινό πεδίο διακόπτουν λίγες πεδιάδες, όλες σχεδόν στα νότια (Θεσσαλονίκης, Γιαννιτσών, Σερρών, Δράμας).
Άτυπη πρωτεύουσα της Μακεδονίας είναι η νύμφη του Θερμαϊκού κόλπου, η κοσμοξακουσμένη Θεσσαλονίκη (τουρκ. Σελανίκ, σλαβ. Σολούν), η πιο σημαντική πόλη της Βαλκανικής χερσονήσου μετά την Κωνσταντινούπολη.  Ακολουθούν πολλές άλλες πόλεις, όπως οι Σέρρες (τουρκ. Σιρόζ, σλαβ. Σερ), η Έδεσσα (σλαβ. Βοδενά), η Βέροια (τουρκ. Καραφέρια, σλαβ. Βερ), το Μοναστήρι (τουρκ. Μαναστίρ, σλαβ. Μπίτολα), τα Σκόπια (Skopje) και η Αχρίδα (αλβ. Οχρί).



Την εποχή που αρχίζει η διήγηση μας, δηλαδή στα τέλη του 19ου αιώνα, η Μακεδονία ήταν επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και χωριζόταν σε τρία μέρη:  το Βιλαέτι της Θεσσαλονίκης, που περιελάμβανε το κυριότερο τμήμα της Μακεδονίας και διαιρείτο στα σαντζάκια της Θεσσαλονίκης, της Θάσου, των Σερρών και της Δράμας.  Το Βιλαέτι του Μοναστηρίου, που εκτεινόταν στη δυτική και βορειοδυτική Μακεδονία και στην ανατολική Αλβανία με υποδιαιρέσεις πέντε σαντζάκια, του Μοναστηρίου, των Σερβίων, της Δίβρης, του Ελβασάν και της Κορυτσάς.  Μας ενδιαφέρουν τα δύο πρώτα.  Τέλος το Βιλαέτι του Κοσσόβου βρισκόταν πολύ βόρεια και είναι συνεπώς άσχετο με τη Μακεδονία, όμως το περιεχόμενο σε αυτό σαντζάκι των Σκοπίων είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της βόρειας Μακεδονίας.  Το βιλαέτι διηύθυνε ο Μπεηλέρμπεης και το σαντζάκι ο Σαντζάκμπεης.  Τα σαντζάκια χωρίζονταν με τη σειρά τους σε καζάδες τους οποίους διαχειρίζονταν οι καϊμακάμηδες.  Σε κάθε καζά αντιστοιχούσε και ένας καδής, δηλαδή ανώτερος δικαστής.  Όταν η Υψηλή Πύλη χάραζε τα όρια της κάθε επαρχίας επιδίωκε να είναι όσο πιο πολυεθνική γίνεται, ώστε να μην μπορούν να συνεννοηθούν εύκολα οι υπόδουλοι σε περίπτωση επανάστασης.  Αυτή η διοικητική διαίρεση δημιούργησε αργότερα πολλαπλά προβλήματα στα βαλκανικά κράτη.
Οι Τούρκοι άρχοντες ήταν πανίσχυροι, με δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους ραγιάδες.  Οι χριστιανοί κάτοικοι της Μακεδονίας πλήρωναν πολύ υψηλούς φόρους, υφίσταντο διακρίσεις και είχαν ελάχιστα δικαιώματα.  Ακόμη και ο ταπεινότερος Τούρκος μπορούσε να τους βλάψει με οποιοδήποτε τρόπο και να μείνει ατιμώρητος.  Η τουρκική κατοχή  είχε διακυμάνσεις ανάλογα με τον εκάστοτε διοικητή και τα προνόμια που μπορούσε να έχει κάποια ιδιαίτερη περιοχή, αλλά γενικά ήταν σκληρή.  Δεν ήταν η επίγεια κόλαση που περιγράφουν οι Βαλκάνιοι εθνικιστές ιστορικοί, αλλά ούτε και ο παράδεισος της πολυπολιτισμικής ανεκτικότητας, όπως αρέσκονται να την παρουσιάζουν οι Τούρκοι (και οι τουρκόφιλοι) ομόλογοι τους.


Όπως όλες οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης, έτσι και η Μακεδονία ήταν περιοχή κατεξοχήν αγροτική.  Μεγάλα κτήματα καλλιεργούνταν εντατικά και παρήγαγαν καρπό, τον οποίο όμως εκμεταλλεύονταν οι Τούρκοι αφέντες, με τους χριστιανούς να είναι δουλοπάροικοι, κολίγοι.  Υπήρχε όμως  και πλήθος μικροϊδιοκτητών, που είχαν δική τους γη και περιουσία.  Το πιο ξακουστό και προσοδοφόρο προϊόν της μακεδονικής γης ήταν τα καπνά, που εξάγονταν σε όλον τον κόσμο.  Ένας στους τρεις κατοίκους της χώρας ασχολείτο με τα καπνά, και μέσω της Καβάλας, της Δράμας και της Θεσσαλονίκης αυτά έφευγαν για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση των απανταχού καπνιστών.  Η Νάουσα και η Έδεσσα είχαν υφαντουργεία και νερόμυλους, οι Σέρρες πλούτιζαν με την καλλιέργεια βαμβακιού, ενώ με τη σειρά της η Καστοριά φημιζόταν για τις εξαίσιες γούνες της.  Η Θεσσαλονίκη ειδικά, μια αληθινά κοσμοπολίτικη μεγαλούπολη, ήταν κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου.  Γενικά το εμπόριο βρισκόταν υπό τον έλεγχο των χριστιανών (Ελλήνων και Βλάχων) και των Εβραίων, με τους Τούρκους να μην ασχολούνται σχεδόν καθόλου με αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου