ΛΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΕΣ

ΛΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΕΣ
Το εθνογλωσσικό μωσαϊκό της Ευρώπης

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Οι Βλάχοι της Ελλάδος



του Μάριου Νοβακόπουλου

ΙΣΤΟΡΙΑ

Το 168 π.Χ. οι Ρωμαϊκές λεγεώνες κονιορτοποίησαν τις μακεδονικές φάλαγγες του βασιλιά Περσέα στην Πύδνα και κατέλαβαν την Ελλάδα.  Κατά την προσφιλή τους τακτική, οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να εκλατινίσουν τους Έλληνες.  Γρήγορα η χώρα απέκτησε ένα έντονο λατινόφωνο στοιχείο, καθώς οι λεγεωνάριοι και οι υπάλληλοι έφεραν μαζί τους και τις οικογένειες τους.  Πολλοί λεγεωνάριοι παντρεύτηκαν Ελληνίδες, ή Έλληνες άντρες παντρεύτηκαν Ρωμαίες, και έτσι άρχισε η ανάμιξη των δύο πληθυσμών.  Ταυτόχρονα αρκετοί Έλληνες επηρεάστηκαν τόσο από τους ξένους κατακτητές που ξέχασαν τη γλώσσα τους και άρχισαν να μιλούν λατινικά.  Γενικά η ρωμαϊκή κατοχή ήταν ήπια, με εξαίρεση κάποιες δύσκολες περιόδους μέχρι το τέλος των ρωμαϊκών εμφυλίων πολέμων, και η αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο πληθυσμών ήταν εύκολη και ανεμπόδιστη.
Τελικά οι Ρωμαίοι απέτυχαν να εκλατινίσουν την Ελλάδα, καθώς ο ελληνικός πολιτισμός ήταν πιο ανεπτυγμένος, τόσο που οι ίδιοι οι Ρωμαίοι επηρεάστηκαν τρομερά από τους κατακτημένους Έλληνες.  Πάντως μας κληρονόμησαν τις άριστες οργανωτικές τους μεθόδους, τη στρατιωτική τους τέχνη, μία πλειάδα λατινικών λέξεων και μία μεγάλη λατινόφωνη κοινότητα στα βουνά της Πίνδου.  Με την πτώση της ρωμαϊκής Δύσης στους βαρβάρους απέμεινε μόνο η ελληνόφωνη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.  Οι λατινόφωνοι πληθυσμοί παρέμειναν υπήκοοι της, και καθώς η γη ήταν φτωχή και δεν προσφερόταν ιδιαίτερα για αγροτικές εργασίες, έγιναν κτηνοτρόφοι.


Τότε απέκτησαν και το σημερινό τους όνομα.  Οι γερμανικής προέλευσης βάρβαροι χρησιμοποιούσαν τις λέξεις Valah και Walechen για να χαρακτηρίσουν τους πληθυσμούς που εξακολουθούσαν να μιλούν λατινικές γλώσσες.  Έτσι σε όλη την Ευρώπη βρίσκουμε ανάλογες ονομασίες σε λατινόφωνες περιοχές, όπως Βελς στην Ουαλία, Βαλλωνία στο Βέλγιο, Βαλεσία στην Ελβετία κ.α.  Παρόμοια οι πρώτοι Σλάβοι που έφτασαν στην περιοχή τον 6ο αιώνα αποκαλούσαν τους λατινόφωνους Vlah.  Από την παραφθορά αυτών των λέξεων βγήκε ο όρος Βλάχος.  Πάντως οι ίδιοι οι Βλάχοι ποτέ δεν αποκάλεσαν τους εαυτούς τους έτσι, προτιμώντας τον όρο Αρωμούνοι.  Οι ελληνικοί πληθυσμοί της αυτοκρατορίας από την άλλη αυτοχαρακτηρίζονταν Ρωμαίοι.

Οι Βλάχοι λοιπόν, για να χρησιμοποιήσουμε τη "νέα" τους ονομασία, ζούσαν ειρηνικά μαζί με τους ελληνόφωνους. Οι ιστοριογράφοι της εποχής αναφέρονται συχνά στους Βλάχους.  Το 980 ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β' ανακήρυξε κάποιον Νικολίτσα, πρόκριτο της Θεσσαλίας, ως Αρχηγό των Βλάχων της Ελλάδας.  Τον επόμενο αιώνα, ο Κεκαυμένος στο "Στρατηγικόν" του αναφέρεται εκτενώς στους Βλάχους της Θεσσαλίας, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτούς των Φαρσάλων.  Τόσο μεγάλοι ήταν οι βλαχόφωνοι πληθυσμοί, που η Θεσσαλία ονομάστηκε Μεγάλη Βλαχία και η περιοχή της σημερινής Αιτωλοακαρνανίας, Ευρυτανίας, Φωκίδος και Λοκρίδας, Μικρή Βλαχία.  Μετά την Δ' Σταυροφορία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, η Μεγάλη Βλαχία ανεξαρτητοποιήθηκε υπό τη διοίκηση Ελλήνων ευγενών.  Όμως στα μέσα του 14ου αιώνα το κράτος διαλύθηκε από τις φράγκικες και σερβικές επιδρομές.  Στη συνέχεια κατακτήθηκε από τους Τούρκους, όπως και όλη η χερσόνησος του Αίμου.  Αρωμούνοι και Ρωμαίοι υπέφεραν υπό το πέλμα των Οθωμανών και η αλληλεγγύη που αναδείχτηκε μεταξύ τους ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την ελληνική συνείδηση των πρώτων.  Το 18ο αιώνα ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περιηγήθηκε στην Ήπειρο ιδρύοντας σχολεία σε βλαχοχώρια.  Κατά την επανάσταση του 1821 οι Βλάχοι συμμετείχαν στο πλευρό των Ελλήνων και των Αρβανιτών.  Πολλοί ήρωες, όπως ο Ρήγας Φεραίος και ο Γιωργάκης Ολύμπιος, ήταν Βλάχοι.  Πάντως οι περισσότεροι βλαχόφωνοι πληθυσμοί παρέμειναν υπόδουλοι.

Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα στις τουρκοκρατούμενες βλάχικες περιοχές ξεκίνησε, με την ανοχή των οθωμανικών αρχών, μια συστηματική ρουμανική προπαγάνδα, που είχε σκοπό να παρασύρει τους βλαχόφωνους και να τους κάνει να πιστέψουν πως είναι Ρουμάνοι, καθώς είχαν κοινούς προγόνους τους Ρωμαίους. Ιδρύθηκαν λοιπόν ρουμάνικα σχολεία και εκκλησιαστικά ιδρύματα.  Αν και ορισμένοι Βλάχοι πείστηκαν, η συντριπτική πλειοψηφία διατήρησε με ζήλο την ελληνοφροσύνη της.  Τελικά το 1881 η Θεσσαλία ελευθερώθηκε, και ακολούθησε το 1912-1913 η Μακεδονία και η Ήπειρος.  Πάντως η Ελλάδα σεβάστηκε τα ρουμάνικα ιδρύματα και αναγνώρισε μέσω συνθηκών τους Κουτσόβλαχους ως ρουμανική εθνική μειονότητα.  Το 1925-1930 έλαβε ώρα μια μετανάστευση 2.000 κουτσοβλάχικων οικογενειών στη Ρουμανία.  Ταυτόχρονα έπαυσε η ρουμανική προπαγάνδα, καθώς η Ρουμανία είχε τα δικά της τεράστια μειονοτικά προβλήματα να λύσει, και άρχισε η ιταλική, που είχε ακόμα πιο πενιχρά αποτελέσματα από την παλαιότερη ρουμανική.  Στην απογραφή του 1940 καταμετρήθηκαν 19 κουτσοβλάχικα σχολεία στη Βόρεια Ελλάδα, 6 στη Φλώρινα, 5 στην Πέλλα, 3 στην Κοζάνη, 3 στη Θεσσαλονίκη, 1 στις Σέρρες και 1 στα Ιωάννινα.  Μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, οι Ιταλοί ίδρυσαν ένα κρατίδιο-μαριονέτα, το Πριγκιπάτο της Ηπείρου, με τον Κουτσόβλαχο Αλκιβιάδη Α' στο ρόλο του ξυπόλητου πρίγκιπα, χωρίς την παραμικρή εξουσία.  Η προπαγάνδα εντατικοποιήθηκε, αλλά μάταια.  Αντίθετα, πολλοί Βλάχοι συμμετείχαν σε αντιστασιακές ομάδες εναντίον των κατακτητών.  Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο τα 32 ρουμάνικα σχολεία έκλεισαν με διαταγή του Υπουργείου Παιδείας, καθώς ορισμένοι δάσκαλοι και μειονοτικοί Κουτσόβλαχοι συνεργάστηκαν με τις κατοχικές αρχές.  Την ίδια τύχη είχαν και οι 14 ρουμάνικες εκκλησίες.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Σήμερα η λέξη Βλάχος περιγράφει το χωριάτη, τον άξεστο άνθρωπο χωρίς τρόπους και μόρφωση.  Στην πραγματικότητα οι Βλάχοι είναι από τους πιο νοικοκύρηδες και προκομμένους Έλληνες, με έφεση στα γράμματα και στις τέχνες.  Πολλοί από τους μεγάλους εθνικούς ευεργέτες της Ελλάδος ήταν Βλάχοι.  Ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο Απόστολος Αρσάκης, τα ξαδέρφια Ευάγγελος και Κωνσταντίνος Ζάππας, οι πατέρας και γιος  Γεώργιος και ο Σίμων Σίνας, οι παππούς και εγγονός Μιχαήλ Τοσίτσας και ο Γεώργιος Σταύρου έγιναν πλούσιοι και κληροδότησαν τεράστια ποσά στο ελληνικό δημόσιο για την κατασκευή έργων κοινής ωφελείας.  Οι Ζάππες, για παράδειγμα, που μετανάστευσαν στη Ρουμανία και έγιναν σπουδαίοι γαιοκτήμονες, δώρισαν τέτοιες απέραντες εκτάσεις στο ελληνικό κράτος, που η ρουμανική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε στο Διεθνές Δικαστήριο πως έχανε μεγάλο τμήμα των εδαφών της.

Τα βλάχικα είναι, μαζί με τα τούρκικα, η μόνη μειονοτική γλώσσα που συναντάται σε μεγάλο βαθμό σε αστικά κέντρα.  Βέβαια μετά το 1950 και το φαινόμενο της αστυφιλίας η γλώσσα έχει παρακμάσει σημαντικά, αλλά και πάλι τη μιλούν πάρα πολλοί άνθρωποι όλων των ηλικιών.  Η καθιέρωση πολλών βλαχοχωριών ως τουριστικά θέρετρα έχει ευνοήσει την αναβίωση της γλώσσας και του πολιτισμού τους.  Σε γειτονιές της Θεσσαλονίκης, ακόμα και της Αθήνας, η γλώσσα επιβιώνει.  Όπως εύστοχα παρατήρησαν οι ερευνητές της ΕΕ, τα βλάχικα ομιλούνται σε όλη τη χώρα από την Αλεξανδρούπολη ως την Αθήνα.  Βέβαια το επίπεδο χρήσης της γλώσσας διαφέρει από περιοχή σε περιοχή.  Σε πολλά χωριά τα βλάχικα ομιλούνται καλά από όλους, ακόμα και από μικρά παιδιά, ενώ σε άλλα μόνο οι γέροντες τα θυμούνται.  Από το 1995 η γλώσσα διδάσκεται στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.  Συχνά πυκνά μπορεί κανείς να ακούσει βλάχικα τραγούδια σε ραδιοφωνικούς σταθμούς.  Εκδίδονται επίσης πολλά βιβλία με τραγούδια, παραμύθια και ιστορίες στη βλάχικη γλώσσα.  Η αναβίωση αυτή της βλάχικης γλώσσας και κουλτούρας έλαβε χώρα μετά το 1980, οπότε ξεκίνησε η διοργάνωση πολλών πολιτιστικών εκδηλώσεων και η ίδρυση συλλόγων.  Σήμερα υπάρχουν 120, εκ των οποίων οι 94 έχουν συστήσει πανελλήνια ένωση.  Το αποκορύφωμα των δραστηριοτήτων αυτών είναι το μεγάλο βλάχικο Αντάμωμα, μια μεγάλη γιορτή που γίνεται κάθε χρόνο από το 1984.  Βλάχοι από όλα τα Βαλκάνια μαζεύονται φορώντας τις παραδοσιακές τους φορεσιές, χορεύουν, τραγουδούν και δυναμώνουν τους δεσμούς που τους ενώνουν.
Τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει πολλές προτάσεις για να εισαχθούν τα βλάχικα στην εκπαίδευση.  Όμως τόσο το κράτος όσο και οι ίδιοι οι Βλάχοι είναι επιφυλακτικοί.  Οι μνήμες της ρουμάνικης προπαγάνδας είναι νωπές και το Πριγκιπάτο της Πίνδου στοιχειώνει ακόμα τους κυβερνητικούς παράγοντες.  Αν και η Ρουμανία έχει παύσει την προπαγάνδα εδώ και 70 χρόνια, αλλά κανείς δε θέλει να το ρισκάρει.

Η Βλάχοι νιώθουν πλήρως ενωμένοι με τον Ελληνισμό.  Διατηρούν με ζήλο τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους, ενώ ταυτόχρονα είναι φανατικά ελληνόφρονες στο σύνολο τους.  Η καλομεταχείριση εκ μέρους των αρχών και οι σχέσεις αγάπης και συναδέλφωσης με τους ελληνόφωνους έχει κάνει τους Βλάχους να αισθάνονται όχι διαφορετικοί με την κακή έννοια, αλλά ιδιαίτεροι, ξεχωριστοί και είναι πολύ περήφανοι για αυτό, απαλλαγμένοι από συμπλέγματα κατωτερότητας που διακατέχουν άλλες μειονότητες.

Οι Βλάχοι μέχρι το 1950 ζούσαν ημινομαδική ζωή, κατοικώντας σε ορεινά χωριά το καλοκαίρι, και όταν ερχόταν ο χειμώνας κατέβαιναν στις πεδιάδες και ζούσαν σε καλύβες.  Ήταν στο επάγγελμα κτηνοτρόφοι και οργανώνονταν σε τσελιγκάτα, που ήταν ενώσεις οικογενειών, συχνά συγγενικών μεταξύ τους.  Όλες οι κοινωνικές, πολιτιστικές και οικονομικές δραστηριότητες γίνονταν στα πλαίσια του τσελιγκάτου.  Τα χωριά τους άδειαζαν το χειμώνα και έμεναν μόνο οι φύλακες που πλήρωναν οι χωριανοί, και μερικά τσοπανόσκυλα.  Σήμερα τα τσελιγκάτα έχουν λιγοστέψει και οι περισσότεροι Βλάχοι κατοικούν στα χωριά τους όλο το χρόνο.  Πολλοί έχουν κατέβει στις πόλεις.



ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ

Οι Βλάχοι σήμερα είναι διασκορπισμένοι σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα.  Οι κοινότητες τους, ακμάζουσες και δραστήριες, έχουν μελετηθεί από πλήθος ερευνητών και έχουν γραφτεί ολόκληρες διατριβές για να τις περιγράψουν.
Ως γνωστόν, η καρδιά του βλαχόφωνου ελληνισμού χτυπά στην Πίνδο, στην περιοχή των Ιωαννίνων.  Το Μέτσοβο, μια καθαρά βλάχικη κωμόπολη, είναι ο μεγαλύτερος οικισμός βλαχόφωνων σε όλα τα Βαλκάνια και άτυπη πρωτεύουσα τους.  Η βλάχικη γλώσσα ομιλείται επίσης στα Ιωάννινα και 38 χωριά, όπως οι Καλαρρύτες, η Βοβούσα και το Συρράκο.
Άλλα γνωστό κέντρο των Βλάχων είναι η περιφέρεια των Τρικάλων.  Οι βλαχόφωνοι και οι ελληνόφωνοι βλάχικης καταγωγής αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού.  Εκτός από την ίδια την πόλη των Τρικάλων και την Καλαμπάκα, Βλάχους θα συναντήσουμε και σε άλλα 46 χωριά, με πιο ονομαστά αυτά του Ασπροπόταμου.  Μαζί και η Λάρισα κατοικείται κατά ένα σημαντικό ποσοστό από Βλάχους, με 26 βλαχοχώρια και περισσότερους ομιλητές στη Λάρισα καις τον Τίρναβο.  Μικρές ομάδες απαντώνται στην Καρδίτσα (2 χωριά) και στη Μαγνησία (6 χωριά, ομιλητές στο Βόλο και δύο από τα προάστια του).
Στα Γρεβενά συγκεντρώνονται ακόμα αξιόλογοι βλάχικοι πληθυσμοί.  Κυριότερος οικισμός τους είναι η Σαμαρίνα, το δεύτερο πιο γνωστό βλάχικο κέντρο μετά το Μέτσοβο, και πατρίδα πολλών διάσημων ζωγράφων και αγιογράφων.  Παλιότερα το χειμώνα άδειαζε και οι κάτοικοι πλήρωναν 5 φύλακες να προσέχουν τα σπίτια τους.  Τώρα με την ανάπτυξη του τουρισμού η Σαμαρίνα έχει ξαναγεμίσει κόσμο και οι Βλάχοι ζουν εκεί όλο το χρόνο.  Άλλο διάσημο βλαχοχώρι είναι η Σμίξη, οι κάτοικοι της οποίας ασχολούνται με την κτηνοτροφία και λιγότερο με τις τουριστικές επιχειρήσεις, την υλοτομία και τη βιοτεχνία υφαντών.  Θα αναφέρουμε και την Αβδέλλα, πατρίδα των Αδελφών Μανάκια, των πρώτων κινηματογραφιστών των Βαλκανίων, και το Περιβόλι.  Τα βλάχικα ομιλούνται και σε άλλα 5 χωριά και στην ίδια την πόλη των Γρεβενών.
Στη Φλώρινα βρίσκονται 11-13 βλαχοχώρια, όπως το Φλάμπουρο, η Δροσοπηγή, ορισμένα χωριά των Πρεσπών και το Νυμφαίο.  Το Νυμφαίο παλιότερα είχε εγκαταλειφθεί σχεδόν τελείως ρημαγμένο από τις μάχες του Εμφυλίου, και ο πληθυσμός μειώθηκε από 3.000 σε 35 μόλις άτομα.  Το χωριό αναγεννήθηκε μετά το 1995 και σήμερα έχει 70 κατοίκους, πολλοί από τους οποίους είναι νέοι.
Στην Έδεσσα το βλαχόφωνο στοιχείο διατηρείται ακμαίο.  Εκτός από 3 ιστορικά χωριά Βλαχομογλενιτών (ξεχωριστός κλάδος των Βλάχων με δική του γλώσσα), βρίσκουμε άλλα δυο χωριά στα βόρεια και τέσσερα χωριά γύρω από τα Γιαννιτσά και την Έδεσσα, όπως και στην ίδια την πόλη της Αριδαίας.  Οι Βλάχοι αποτελούν το ήμισυ του πληθυσμού του Εξαπλάτανου.
Άλλα έξι βλαχομογλενίτικα χωριά βρίσκονται στην περιφέρεια του Κιλκίς, μαζί με 2 βλάχικα.  Και οι δύο γλώσσες ομιλούνται από κατοίκους της πόλης του Κιλκίς.
Όπως προείπαμε, βλαχόφωνοι ζουν και στη Θεσσαλονίκη.  Έξω από την πόλη υπάρχουν 3 βλαχοχώρια.
Στην Ημαθία δε βρίσκουμε παρά μόνο 7 βλαχοχώρια, όμως η γλώσσα χρησιμοποιείται ευρύτατα στη Βέροια και στην Αλεξάνδρεια.  Λίγο νοτιότερα, στην Πιερία, συναντώνται 7-8 χωριά αλλά και πάλι η πρωτεύουσα Κατερίνη φιλοξενεί σημαντικούς βλάχικους πληθυσμούς.
Φυσικά οι Βλάχοι δε θα μπορούσαν αν λείψουν από τη δυτική Ήπειρο.  Στην περιοχή της Πρέβεζας κατοικούν σε 4 χωριά και στην ίδια την πόλη, ενώ άλλα 7 χωριά μετρήθηκαν στη Θεσπρωτία.  Ομιλητές συναντώνται στην Παραμυθιά και στην Ηγουμενίτσα.  Στα νοτιοανατολικά, η Άρτα έχει και αυτή Βλάχους, όπως και 3 παρακείμενα χωριά.
Στην Ανατολική Μακεδονία οι Βλάχοι εγκαταστάθηκαν σχετικά πρόσφατα.  Στη Δράμα βρίσκουμε ομιλητές στην πόλη και σε 10 χωριά, στις Σέρρες σε 15 χωριά.  Πάντως στην περιοχή των Σερρών η γλώσσα ομιλείται περισσότερο από άτομα άνω των 40-50 ετών.  Μικρές ομάδες βρίσκονται στην καβάλα και στα περίχωρα της.
Όσο προχωρούμε νότια το βλάχικο στοιχείο όλο και αραιώνει.  Έτσι συναντούμε ομιλητές στο Αγρίνιο, στο Μεσολόγγι, σε 10-11 χωριά της Αιτωλοακαρνανίας, λίγο στη Λαμία, σε 2-3 χωριά της Φθιώτιδας και ένα χωριό της Βοιωτίας.  Στα Εξάρχεια της Αθήνας βρίσκουμε πολλούς ομιλητές ηλικίας 20-25 ετών.


Όσον αφορά το συνολικό τους πληθυσμό, υπάρχει μεγάλη διαφωνία.  Υπολογίζεται πάντως πως οι Βλάχοι είναι περίπου 100.000.  Άλλες πηγές ανεβάζουν το νούμερο στις 200 ή στις 700.000, αν και ορισμένες τον ρίχνουν στις 40.000.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου